Ονειροπαγίδα – φιλτράροντας τα όνειρα

Πόσες φορές έχετε αναρωτηθεί αν είναι δυνατόν να προστατευτείτε από τα κακά όνειρα και τους εφιάλτες; Ποιος δεν θα ήθελε να υπάρχει ένας τρόπος να φιλτράρει τις ονειρικές του εμπειρίες και να κρατάει μόνο τα καλά, αποκομίζοντας θετική ενέργεια και αισιοδοξία; Οι αυτόχθονες φυλές της Βορείου Αμερικής διατείνονται ότι οι πρόγονοι τους το είχαν επιτύχει. Πως; Με τις ονειροπαγίδες!

Στην κουλτούρα ορισμένων ιθαγενών πληθυσμών της Αμερικής των γνωστών Ινδιάνων, ήταν κατά το παρελθόν πολύ διαδεδομένη η χρήση της ονειροπαγίδας. Πρόκειται για ένα χειροποίητο αντικείμενο, η κατασκευή του οποίου βασίζεται σε ένα στεφάνι από ξύλο ιτιάς, στο οποίο υφαίνεται ένα χαλαρό δίχτυ ή ιστός. Στη συνέχεια η ονειροπαγίδα διακοσμείται με ιερά αντικείμενα, όπως φτερά, χάντρες και άλλα υλικά, αναλόγως με την κουλτούρα της κάθε ινδιάνικης φυλής.

Οι ονειροπαγίδες πρωτοεμφανίστηκαν στην κουλτούρα των Ινδιάνων Τσιπέουα (αλλιώς Οτζίμπουε) και στη γλώσσα τους ονομάζονταν «Asabikeshiinh». Συνήθιζαν να τις κρεμούν πάνω από τα κρεβάτια των παιδιών τους, προκειμένου να τα προστατέψουν από τα κακά όνειρα και ειδικά από τους εφιάλτες. Η ονειροπαγίδα ήταν έτσι φτιαγμένη ώστε να υπάρχει στο μέσον της μια κεντρική τρύπα, από την οποία υποτίθεται ότι χωρούσαν να περάσουν μόνο τα καλά όνειρα. Τα κακά όνειρα και οι εφιάλτες, όμως σκάλωναν και έμεναν παγιδευμένα στον ιστό. Έτσι με το πρώτο φως της ημέρας διαλύονταν χωρίς να τα έχει δει το παιδί και να ταραχθεί. Όσο για τα καλά όνειρα, που όπως είπαμε χωρούσαν να περάσουν, το παιδί τα έβλεπε κανονικά και υποτίθεται ότι κάποια στιγμή πραγματοποιούνταν.

Ο ΜΥΘΟΣ

Οι Ινδιάνοι Τσιπέουα διατηρούν έναν αρχαίο μύθο για την προέλευση της ονειροπαγίδας. Μιλούν λοιπόν για μια μάγισσα, τη Γυναίκα-Αράχνη, που είναι γνωστή ως Ασιμπικάασι. Η μάγισσα αυτή φρόντιζε πρωτίστως τα παιδιά και δευτερευόντως τους υπόλοιπους ανθρώπους στη Γη.

Σύμφωνα με τη μυθολογία των Ινδιάνων της Βορείου Αμερικής, όταν το Μεγάλο Πνεύμα έπλασε τον άνθρωπο και τον έβαλε να ζει στη μάνα Γη, συνειδητοποίησε ότι αυτός ζούσε μόνον με βάση τους κανόνες και τις αξίες που του είχε μάθει εκείνος, χωρίς όμως να προσμένει τίποτε άλλο πέρα από το τώρα. Δεν κοιτούσε μπροστά, στο μέλλον, δεν είχε τίποτε να περιμένει στη ζωή του.
Τότε το Μεγάλο Πνεύμα, λυπήθηκε τον άνθρωπο και αποφάσισε να του δώσει τα όνειρα, διότι η ζωή του χωρίς αυτά ήταν άχαρη. Βρήκε λοιπόν έναν ωραίο τρόπο να το κάνει. Κάλεσε τις πεταλούδες που κουβαλούσαν το φως και τα χρώματα του ουρανού και της γης και τους ανέθεσε να μεταφέρουν στα φτερά τους τα όνειρα. Έτσι, όταν οι άνθρωποι αποκαμωμένοι έπεφταν να κοιμηθούν, οι πεταλούδες πετούσαν αθόρυβα πάνω από τα κρεβάτια τους και τους έφερναν τα όνειρα. Από τότε οι άνθρωποι ξυπνούσαν χαρούμενοι γιατί τα όνειρα τους ήταν μόνο φωτεινά και τους γέμιζαν με θετική σκέψη, χαρά και αισιοδοξία.

Όμως αυτή η εξέλιξη δεν άρεσε στα κακά πνεύματα, στους θεούς του Κάτω Κόσμου, οι οποίοι και αποφάσισαν να επέμβουν. Έτσι, υπήρχαν φορές που κατάφερναν να ξεγελούν τις πεταλούδες και άλλαζαν τα όνειρα. Έτσι οι άνθρωποι άρχιζαν να τρομάζουν βλέποντας εφιάλτες, δεν μπορούσαν να ηρεμήσουν και προσπαθούσαν να βρουν τρόπους να προστατευτούν από τους θεούς του Κάτω Κόσμου, με πρώτο μέλημα τα παιδιά τους.
Τότε οι Θεοί έστειλαν την Ασιμπικάασι για να τους βοηθήσει. Οι άνθρωποι την είδαν να υφαίνει έναν ιστό στο λυκόφως για να προστατέψει τα παιδιά της αλλά και τα δικά τους από τα κακά πνεύματα που βρίσκουν την ευκαιρία να κυκλοφορούν ελεύθερα τη νύχτα. Αυτό που είχε φτιάξει ήταν μια ονειροπαγίδα!

Η τέχνη στους ανθρώπους

Όταν η φυλή εξαπλώθηκε στα 4 σημεία του ορίζοντα της Β. Αμερικής, έγινε πλέον δύσκολο για την Ασιμπικάασι να φτάνει σε όλα τα παιδιά και να τα προστατεύει. Έτσι, η ίδια συμβούλεψε τις μητέρες να υφαίνουν κι εκείνες ονειροπαγίδες. Οι τελευταίες ξεκίνησαν να υφαίνουν τις ονειροπαγίδες χρησιμοποιώντας στεφάνια Ιτιάς και σχοινιά από φυτά και τις ονόμαζαν «Ασαμπικεσίιν» που σημαίνει «εφεύρημα της γυναίκας-αράχνης».

Κάπως έτσι οι ονειροπαγίδες έγιναν αναπόσπαστο μέρος της βορειοαμερικάνικης λαογραφίας. Ακόμα και στα βρέφη δίνονταν φυλακτά για προστασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούσαν τα φυλαχτά – ιστοί που οι γονείς κρεμούσαν πάνω από τις κούνιες. Αυτά τα αντικείμενα αποτελούνταν από ξύλινα στεφάνια με διάμετρο περίπου 9 εκατοστών, ενδεδυμένα με μια απομίμηση ιστού αράχνης από λεπτό νήμα που ήταν συνήθως βαμμένος κόκκινος. Στα παλιά χρόνια φτιάχνονταν από ίνες φύλλου τσουκνίδας. Σε κάθε στεφάνι υφαίνονταν συνήθως δύο ιστοί και η παράδοση έλεγε ότι εγκλώβιζαν ότι «κακό» μπορούσε να βρίσκεται στον αέρα και έρχονταν σε επαφή μαζί του, με τον ίδιο τρόπο που το κάνει αυτό ο πραγματικός ιστός της αράχνης.

  • Neith
Share on facebook
Facebook
Share on google
Google+
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn
Share on pinterest
Pinterest